αποχή


αποχή
[эпохи] ουσ. θ. воздержание, отказ,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αποχή" в других словарях:

  • ἀποχή — distance fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αποχή — Η εκούσια άρνηση συμμετοχής σε συζήτηση, ψηφοφορία και ειδικότερα η εκούσια άρνηση των εκλογέων να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα για την ανάδειξη αντιπροσώπων. Σε πολλές όμως χώρες έχει καθιερωθεί νόμος για την υποχρεωτική ψηφοφορία και η α …   Dictionary of Greek

  • απόχη — Η εκούσια άρνηση συμμετοχής σε συζήτηση, ψηφοφορία και ειδικότερα η εκούσια άρνηση των εκλογέων να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα για την ανάδειξη αντιπροσώπων. Σε πολλές όμως χώρες έχει καθιερωθεί νόμος για την υποχρεωτική ψηφοφορία και η α …   Dictionary of Greek

  • αποχή — η το να μένει κανείς μακριά από κάτι, εγκράτεια: Η αποχή από τις εκλογές ήταν μικρότερη από κάθε άλλη φορά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • απόχη — η φορητό δίχτυ για κυνήγι ή ψάρεμα σαν σάκος που στηρίζεται σ ένα στεφάνι (ξύλινο ή σιδερένιο) και κρατιέται από μια μακριά ξύλινη λαβή: Σε ορισμένα μέρη κυνηγούν ακόμη πουλιά με την απόχη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀποχῇ — ἀποχάζομαι withdraw from fut ind mp 2nd sg (doric aeolic) ἀποχέω pour out pres subj mp 2nd sg ἀποχέω pour out pres ind mp 2nd sg ἀποχέω pour out pres subj act 3rd sg ἀποχή distance fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποχαῖς — ἀποχή distance fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποχαί — ἀποχή distance fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποχήν — ἀποχή distance fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νηστεία — Η εθελοντική ή υποχρεωτική αποχή από την τροφή γενικά ή από ορισμένες τροφές. Ο όρος χρησιμοποιείται από πολλούς λαούς για να δηλώσει κυρίως την εθελοντική αποχή από ορισμένες τροφές (ιδιαίτερα λιπαρές) για θρησκευτικούς λόγους. Η ν. ως… …   Dictionary of Greek